Η Ελλάδα περνά πλέον από την απλή καταγραφή των οικονομικών υποχρεώσεων του πολίτη σε κάτι πολύ πιο σύνθετο. Στην αλγοριθμική αξιολόγηση της οικονομικής του συμπεριφοράς και στην παραγωγή πιστοληπτικής βαθμολογίας.
Το Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης παρουσιάστηκε επίσημα από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στις 18 Ιουνίου 2026 και τον Ιούλιο καθορίστηκαν αναλυτικά οι τεχνικές προδιαγραφές του.
Δεν πρόκειται απλώς για μία βάση δεδομένων με το ποιος χρωστά και πόσα.
Το σύστημα χρησιμοποιεί ιστορικά οικονομικά στοιχεία και αλγορίθμους μηχανικής μάθησης, προκειμένου να υπολογίζει την ικανότητα αποπληρωμής, την πρόθεση αποπληρωμής και την πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων ενός φυσικού ή νομικού προσώπου έναντι του Δημοσίου.
Και κάπου εδώ αρχίζει η συζήτηση που δεν πρέπει να περιοριστεί στο τι κάνει το σύστημα σήμερα.
Πρέπει να αφορά και το τι θα μπορεί να κάνει αύριο.
Τι θα βλέπει σήμερα ο αλγόριθμος
Οι πηγές δεδομένων που έχουν ήδη προβλεφθεί είναι εκτεταμένες.
Το σύστημα μπορεί να αντλεί από την ΑΑΔΕ στοιχεία των Ε1, Ε2 και Ε3, εισοδήματα και δαπάνες, περιουσιακά στοιχεία, ΕΝΦΙΑ, φορολογικές οφειλές, προγράμματα αποπληρωμής, πληρωμές, ρυθμίσεις και ενδείξεις μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Από το ΚΕΑΟ αντλούνται στοιχεία ασφαλιστικών οφειλών, πληρωμών και ρυθμίσεων, ενώ χρησιμοποιούνται και πληροφορίες για πτωχεύσεις και πλειστηριασμούς.
Για τα φυσικά πρόσωπα το σύστημα τα κατατάσσει μάλιστα σε ομάδες, όπως μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρηματίες, αγρότες, εισοδηματίες και πρόσωπα χωρίς εισόδημα, ώστε να πραγματοποιούνται συγκρίσεις και μέσα σε ομοιογενείς κατηγορίες.
Δεν σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας μόνιμος αριθμός κολλημένος δίπλα στο ΑΦΜ κάθε πολίτη.
Ο νόμος προβλέπει ότι η βαθμολόγηση παράγεται μετά την υποβολή σχετικής αίτησης είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο είτε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, από ιδιωτικό φορέα.
Αλλά η υποδομή που μπορεί να παράγει αυτόν τον βαθμό είναι πλέον εδώ.
Και πού μπορεί να χρησιμοποιηθεί;
Η νομοθεσία προβλέπει ήδη χρήση της πιστοληπτικής ενημέρωσης από φορείς του ιδιωτικού τομέα.
Μπορεί να ζητηθεί, μεταξύ άλλων, για:
- αίτηση χορήγησης πίστωσης,
- αξιολόγηση του κινδύνου πριν από τη χορήγηση πίστωσης,
- αξιολόγηση εγγυητή,
- αλλαγή όρων ή διάρκειας μιας πιστωτικής σύμβασης,
- παρακολούθηση της τήρησης μιας πίστωσης,
- αίτηση για διακανονισμό οφειλής.
Για τη διαβίβαση απαιτείται σήμερα ρητή, ειδική και διακριτή συγκατάθεση του πολίτη. Αν δεν δοθεί, ο νόμος προβλέπει ότι δεν συλλέγονται τα δεδομένα για το συγκεκριμένο αίτημα.
Μέχρι εδώ έχουμε το σήμερα.
Από εδώ και κάτω αρχίζουν τα ερωτήματα για το αύριο.
Καμπανάκι 1 – Σήμερα τα χρέη στο ρεύμα είναι άλλο σύστημα – αύριο;
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εμφανίστηκε ήδη στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Στις 20 Αυγούστου 2026 το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε νέο σύστημα debt flagging για ληξιπρόθεσμες οφειλές σε παρόχους ρεύματος.
Με τη συμπλήρωση τριών επισημάνσεων, ο καταναλωτής δεν θα μπορεί να αλλάξει πάροχο μέχρι να πληρώσει ή να διακανονίσει τις οφειλές του.
Το Υπουργείο αναφέρει ότι στο τέλος του 2025 τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας είχαν φτάσει περίπου τα 3 δισ. ευρώ.
Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε:
Το debt flagging στο ρεύμα και το credit score είναι σήμερα δύο διαφορετικά συστήματα.
Δεν υπάρχει σήμερα διάταξη που να λέει ότι επειδή κάποιος έχει χαμηλή πιστοληπτική βαθμολογία θα του κόβεται το ηλεκτρικό ρεύμα.
Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό:
Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι οι οφειλές προς παρόχους ενέργειας δεν θα αποτελέσουν στο μέλλον ένα ακόμη στοιχείο μιας ευρύτερης οικονομικής αξιολόγησης;
Και αν κάποτε συμβεί αυτό, ποιος θα ξεχωρίζει τον άνθρωπο που δεν πληρώνει επειδή μπορεί αλλά δεν θέλει από εκείνον που δεν πληρώνει επειδή απλώς δεν του φτάνουν τα χρήματα;
Καμπανάκι 2 – Τα δεδομένα μπορούν να αλλάξουν
Το σημερινό σύστημα έχει συγκεκριμένα δεδομένα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κατάλογος είναι κλειδωμένος για πάντα.
Ο ν. 4972/2022 προβλέπει ότι, με προεδρικό διάταγμα και υπό τις προβλεπόμενες διαδικασίες εκτίμησης αντικτύπου, μπορούν να συμπληρώνονται ή να τροποποιούνται τα δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς που συλλέγονται από το σύστημα.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικότερα ερωτήματα.
Σήμερα είναι Ε1, ΕΝΦΙΑ, Εφορία, ΚΕΑΟ, ρυθμίσεις και πληρωμές.
Τι θα θεωρείται “δεδομένο οικονομικής συμπεριφοράς” σε πέντε χρόνια;
Λογαριασμοί ρεύματος;
Τηλεπικοινωνίες;
Ενοίκια;
Ασφάλιστρα;
Οφειλές σε άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις;
Δεν προβλέπεται σήμερα ότι όλα αυτά θα ενταχθούν.
Αλλά το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει την τροποποίηση του πεδίου των δεδομένων.
Και αυτό πρέπει να το γνωρίζει ο πολίτης.
Καμπανάκι 3 – Μπορούν να αλλάξουν και οι σκοποί χρήσης
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι δεν μπορεί να μεταβληθεί μόνο το τι συλλέγεται.
Ο νόμος προβλέπει επίσης ότι με προεδρικό διάταγμα μπορούν να προστίθενται νέοι ή να τροποποιούνται οι υφιστάμενοι σκοποί επεξεργασίας, χορήγησης και διαβίβασης της πιστοληπτικής βαθμολόγησης.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο «καμπανάκι».
Διότι η πραγματική ισχύς ενός τέτοιου συστήματος δεν βρίσκεται μόνο στα δεδομένα που διαθέτει.
Βρίσκεται κυρίως στο πού επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ο βαθμός που παράγει.
Σήμερα μιλάμε για πιστώσεις, εγγυήσεις, διακανονισμούς και πιστωτικό κίνδυνο.
Το ερώτημα που οφείλει να κάνει η κοινωνία είναι:
Πρέπει αυτά να είναι και τα όρια του αύριο;
Καμπανάκι 4 – Πόσο ελεύθερη είναι μία «συγκατάθεση»;
Η νομοθεσία σήμερα βάζει ένα σημαντικό φρένο.
Ένας ιδιωτικός φορέας δεν μπορεί απλώς να μπει στο σύστημα και να δει το score ενός πολίτη.
Απαιτείται η ρητή και ειδική συγκατάθεσή του.
Νομικά, είναι σαφές.
Στην πραγματική ζωή όμως υπάρχει ένα άλλο ερώτημα.
Ένας πολίτης ζητά δάνειο, διακανονισμό ή κάποια άλλη οικονομική διευκόλυνση.
Ο φορέας του ζητά να επιτρέψει την πρόσβαση στην πιστοληπτική του αξιολόγηση.
Πόσο ελεύθερη θα αισθάνεται τότε η επιλογή του να πει “όχι”;
Και κυρίως, πρέπει στο μέλλον να υπάρχουν σαφείς κανόνες ώστε η άρνηση συγκατάθεσης να μην μετατρέπεται από μόνη της σε λόγο αποκλεισμού;
Αυτό είναι ερώτημα που θα χρειαστεί πολύ αυστηρή εποπτεία.
Καμπανάκι 5 – Από ένα score σε μία ενοποιημένη εικόνα
Η νομοθεσία προβλέπει ήδη κάτι ακόμη.
Το σύστημα μπορεί, με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και συγκατάθεση, να ανταλλάσσει πιστοληπτικές βαθμολογήσεις με φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης, ώστε να παράγεται ενοποιημένη βαθμολόγηση.
Η κατεύθυνση επομένως είναι σαφής:
όχι μόνο η εικόνα του πολίτη απέναντι στο Δημόσιο, αλλά η δυνατότητα σχηματισμού μιας περισσότερο ολοκληρωμένης εικόνας της πιστοληπτικής του συμπεριφοράς.
Εδώ το ερώτημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο:
Πόσο μεγάλη πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει αυτή η “εικόνα”;
Και πόσες πλευρές της οικονομικής ζωής ενός ανθρώπου είναι θεμιτό να ακολουθούν έναν ενιαίο αριθμό;
Καμπανάκι 6 – Ο φτωχός δεν είναι στρατηγικός κακοπληρωτής
Οι αλγόριθμοι του νέου συστήματος δεν εξετάζουν μόνο την ύπαρξη χρέους.
Το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο μιλά για εκτίμηση ικανότητας αποπληρωμής, πρόθεσης αποπληρωμής και πιθανότητας αθέτησης.
Αυτό δείχνει ότι επιχειρείται διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές οικονομικές συμπεριφορές.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το κοινωνικό πρόβλημα.
Μια οικογένεια μπορεί να πληρώνει για χρόνια κανονικά και να βρεθεί ξαφνικά χωρίς επαρκές εισόδημα.
Ένας επαγγελματίας μπορεί να αφήσει χρέος σε μια περίοδο κατάρρευσης του τζίρου του.
Ένας καταναλωτής μπορεί να αλλάξει εταιρεία ρεύματος αφήνοντας πίσω του οφειλή όχι επειδή είναι «ενεργειακός τουρίστας», αλλά επειδή προσπαθεί να μειώσει τον επόμενο λογαριασμό του.
Ο αλγόριθμος βλέπει αριθμούς, πληρωμές και καθυστερήσεις.
Πώς θα εξασφαλίζεται ότι πίσω από τους αριθμούς θα εξακολουθεί να φαίνεται ο άνθρωπος;
Και πώς θα αποφεύγεται ένας φαύλος κύκλος στον οποίο ο οικονομικά ασθενέστερος, επειδή έχει ήδη δυσκολίες, αποκτά χειρότερη αξιολόγηση και εξαιτίας αυτής δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να βελτιώσει τη θέση του;
Καμπανάκι 7 – Ποιος ελέγχει εκείνον που βαθμολογεί;
Υπάρχει και μια θεσμική αλλαγή που δεν πρέπει να περνά απαρατήρητη.
Η Ανεξάρτητη Αρχή Πιστοληπτικής Αξιολόγησης που είχε προβλεφθεί στον αρχικό νόμο καταργήθηκε τον Μάιο του 2026 και το σύνολο των αρμοδιοτήτων της μεταφέρθηκε στη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Η αρμοδιότητα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παραγωγή και ανταλλαγή πιστοληπτικών βαθμολογήσεων και τη στατιστική επεξεργασία δεδομένων με στόχο την πρόβλεψη πιθανότητας αθέτησης υποχρεώσεων.
Και έτσι προκύπτει ένα ακόμη θεμελιώδες ερώτημα:
Ποιος ελέγχει το σύστημα, τον αλγόριθμο, τα δεδομένα και τις μελλοντικές επεκτάσεις του;
Ο πολίτης πρέπει να έχει όχι μόνο δικαίωμα να γνωρίζει τη βαθμολογία του, αλλά και πραγματική δυνατότητα να διορθώσει ένα λάθος, να προσβάλει μια λανθασμένη αξιολόγηση και να γνωρίζει γιατί βαθμολογήθηκε με συγκεκριμένο τρόπο.
Είναι «social credit»;
Όχι με βάση όσα ισχύουν σήμερα.
Το ελληνικό σύστημα αφορά πιστοληπτική και οικονομική συμπεριφορά.
Δεν προβλέπει βαθμολόγηση πολιτικών απόψεων, αναρτήσεων στο διαδίκτυο, κοινωνικών συναναστροφών ή γενικότερα «καλής συμπεριφοράς» του πολίτη.
Επιπλέον, ο ευρωπαϊκός AI Act απαγορεύει μορφές κοινωνικής βαθμολόγησης όταν βασίζονται σε κοινωνική συμπεριφορά ή προσωπικά χαρακτηριστικά και οδηγούν σε δυσμενή μεταχείριση σε άσχετα κοινωνικά πλαίσια ή σε δυσανάλογες συνέπειες.
Αυτό αποτελεί σήμερα σημαντική θεσμική δικλείδα.
Αλλά η ύπαρξη δικλείδων δεν σημαίνει ότι η κοινωνία πρέπει να πάψει να ρωτά.
Το αντίθετο.
Όσο ισχυρότερες γίνονται οι ψηφιακές υποδομές και όσο περισσότερα δεδομένα μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους, τόσο σημαντικότερη γίνεται η συζήτηση για τα όριά τους.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνει σήμερα
Το credit score παρουσιάζεται ως εργαλείο καλύτερης αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, περιορισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών και πρόληψης της υπερχρέωσης.
Αυτός είναι ο επίσημος σκοπός.
Και σήμερα υπάρχουν σαφή όρια, συγκατάθεση και ευρωπαϊκές ασφαλιστικές δικλείδες.
Όμως ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι και τα δεδομένα και οι σκοποί χρήσης μπορούν υπό προϋποθέσεις να μεταβληθούν στο μέλλον.
Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να αρχίσει τώρα και όχι όταν οι επόμενες χρήσεις θα έχουν ήδη αποφασιστεί.
Γιατί μια ψηφιακή υποδομή δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή.
Η πραγματική της δύναμη βρίσκεται στο ποιος τη χρησιμοποιεί, με ποια δεδομένα, για ποιον σκοπό και με ποιες συνέπειες για εκείνον που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της οθόνης.
Και τελικά το ερώτημα που αφορά κάθε πολίτη είναι απλό:
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι επιτρέπεται να κάνει το credit score σήμερα. Πρέπει να αποφασίσουμε εγκαίρως τι δεν θέλουμε να επιτραπεί να κάνει αύριο.


