​Το τραίνο της μεγάλης φυγής

By: trikalanews
12 Μαΐ 2019 00:00

Η γοητεία που ασκεί ο Σιδηροδρομικός Σταθμός των Τρικάλων στους Τρικαλινούς είναι απροσμέτρητη. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι αποτελούσε ανέκαθεν -και εν μέρει συνεχίζει να αποτελεί- τον συγκοινωνιακό κόμβο με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά -κυρίως- το σημείο που για τους νέους κάθε εποχής ξεκινούσε μια απόδραση με συναίνεση ή όχι των μεγαλυτέρων. Τόσο πολύ που στα νιάτα μου η φράση “Πάω βόλτα στον Σταθμό” μπορεί και να ακούγονταν στους γονιούς μου σχεδόν “Την “κοπανάω” από τα Τρίκαλα”.

Υπήρχε από παλιά μια αίσθηση απομόνωσης των Τρικαλινών από τον υπόλοιπο κόσμο. Θες γιατί η Δυτική Θεσσαλία δεν συνδέθηκε με μεγάλους συγκοινωνιακούς κόμβους, θες γιατί η πόλη και ο νομός γενικότερα περικλείονταν από τους ορεινούς όγκους της Πίνδου (Δυτικώς), των Χασίων (Βορείως) και του Δομοκού (Νοτίως) που δημιουργούσαν την συγκεκριμένη αίσθηση, ήταν και η αντίληψη ότι η Δυτική Θεσσαλία υστερούσε σε αναπτυξιακούς ρυθμούς έναντι της Ανατολικής. Γεγονός πάντως ήταν ότι αυτή η αίσθηση της απομόνωσης τροφοδοτούσε μόνιμα μια τάση φυγής κυρίως στη νέα γενιά που όσο να ’ναι το αίμα της “έβραζε” πολύ περισσότερο.

Μη ξεχνάμε ότι αίσθηση αυτή τροφοδοτούνταν και από το γεγονός ότι ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Καλαμπάκας (και κατ’ επέκταση τα Τρίκαλα ως πρωτεύουσα του Νομού) ήταν τερματικός. Διέξοδος προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση πέραν της υπαρκτής δεν υπήρχε.

Πάντως ο Σιδηροδρομικός Σταθμός συμβόλιζε διαχρονικά αυτήν την τάση φυγής των νέων. Ναι μεν υπήρχαν και τα υπεραστικά μέσα μαζικής μεταφοράς, με τον σταθμό του ΚΤΕΛ μάλιστα να βρίσκεται μια ανάσα από το κέντρο της πόλης, όμως εκεί η αίσθηση ήταν αλλοιωμένη και όχι πάντα σίγουρη. Από τα παραταγμένα λεωφορεία κάποια μπορεί να σε πήγαιναν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, κάποια άλλα όμως είχαν προορισμούς τόσο κοντινούς που η λέξη “απόδραση” να χάνει την αξία της.

Με τις σιδηροτροχιές αντίθετα του τραίνου τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: Γνώριζες ότι η κατάληξή τους είναι δεδομένη: Βόλος προς τα Δυτικά, Αθήνα προς τα Νότια και Θεσσαλονίκη (ή ακόμη παραπέρα) προς Βορρά.

Το φθηνό κόμιστρο στους νέους της εποχής αποτελούσε ισχυρότατο κίνητρο να μετακινηθούν με το τραίνο και όχι με τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ που είχαν αρχίσει να γίνονται πλέον πραγματικά μέσα μαζικής μετακίνησης. Αν δεν διέθετες βεβαίως το ανάλογο εισιτήριο σε κατέβαζαν στην μέση της διαδρομής. Κάποιοι μάλιστα από τις τότε παρέες μου επιχειρούσαν (όπως μου έλεγαν) να ταξιδεύουν χωρίς εισιτήριο με το τραίνο. Δεν ξέρω πως τα κατάφερναν, γιατί δεν το επιχείρησα ποτέ.

Δεν ήταν ούτε καθωσπρεπισμός, ούτε συντηρητισμός, αλλά η θέληση να φθάσω με σιγουριά στον προορισμό μου, και όχι να διακινδυνεύσω να με κατεβάσουν κάπου στην μέση της διαδρομής σε περίπτωση που “μ’ έπιαναν στα πράσα”. Καλή και η περιπέτεια, καλό και το ταξίδι, αλλά και η σίγουρη άφιξη στον προορισμό μου (στην Αθήνα προφανώς) ακόμη καλύτερη…

Στις σιδηροδρομικές ράγες η φαντασία των νέων έτρεχε με ρυθμούς… υπερσιβηρικού, δεδομένου ότι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’20 η (αμαξιτή) διαδρομή Τρίκαλα-Λάρισα διαρκούσε δύο (!) ημέρες, ενώ για πιο μακρινές πόλεις μερικές επιπλέον.

Βέβαια, προπολεμικώς η ταχύτητα του τραίνου της Καλαμπάκας (όπως είχε στην καθομιλουμένη επονομαστεί) ήταν μνημειωδώς αργή. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Θεολόγη Ι. Τριανταφύλλου “Τα Παλιά Τρίκαλα”: “Ήτανε τόσο… μεγάλη η ταχύτητα των τραίνων αυτών, που πολλοί επιβάτες για να ξεμουδιάσουν κατέβαιναν από αυτά, περπατούσαν δίπλα τους κι’ άμα κουράζονταν ανέβαιναν πάλι σ’ αυτά και συνέχιζαν την διαδρομή!”.

Την εποχή που πρόλαβα εγώ, η διαδρομή Καλαμπάκα-Βόλος διαρκούσε κοντά στις τέσσερις ώρες, ενώ για την “ξελογιάστρα” την Αθήνα περίπου μία ημέρα (!) συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ατελείωτης καθυστέρησης στην ανταπόκριση της αμαξοστοιχίας Θεσσαλονίκης-Πειραιώς στα Παλαιοφάρσαλα.

Και πάλι όμως η σύγκριση με το προπολεμικό διήμερο για την διαδρομή Τρίκαλα-Λάρισα, καθώς και η σιγουριά ότι κάποια στιγμή (αργά ή γρήγορα) θα έφθανες στον προορισμό, δημιουργούσαν ένα αίσθημα ασφάλειας ότι η μετάβαση θα ολοκληρωθεί αισίως, σχετικώς συντόμως και σίγουρα περισσότερο οικονομικώς.

Οι βόλτες με τις νεανικές μου παρέες στον Σιδηροδρομικό Σταθμό (μιλάμε προ 40ετίας) ήταν συχνές. Στην νεανική μας φαντασία η συγκεκριμένη επίσκεψη αποτελούσε ένα μικρό μεν, εφικτό δε, βήμα προς την “έξοδο”.

Μερικές μάλιστα φορές το “βήμα” αυτό είχε και προοπτική. Γίνονταν “σκαλοπάτι”, όταν ανεβαίνοντας στα παροπλισμένα εμπορικά βαγόνια (εκείνα τα παλιά τα ξύλινα) που εκείνη την εποχή κατά δεκάδες ήταν παρατημένα στην φθορά του χρόνου στις παράλληλες σιδηροτροχιές του Σταθμού, πλάθαμε όνειρα ότι όπου να ’ναι το τραίνο θα ξεκινήσει. Ανεβαίναμε σε κάθε ένα από αυτά και προσπαθούσαμε να μαντέψουμε που θα μας πάει σε περίπτωση που συνδεθούν επιτέλους ξανά με μια εμπορική αμαξοστοιχία. Εις μάτην όμως. Κανένα από αυτά τα βαγόνια δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ ξανά…

Μία και μοναδική φορά εκείνες τις εποχές δεν ξεκίνησα την απόδρασή μου από τα Τρίκαλα (και μιλώ κυριολεκτικώς) με το τραίνο. Ήταν η πρώτη που το επιχείρησα και μάλιστα επιτυχώς, το πρωινό της προχωρημένης Άνοιξης του 1977 όταν με μια βαλιτσούλα την “κοπάνησα” από τα Τρίκαλα με ώτο-στοπ, καθώς δεν είχα στην τσέπη μου τα ναύλα ούτε για το εισιτήριο.

Ένας αγρότης με πήγε μέχρι την διασταύρωση του Παλαιοχωρίου. Εκεί, για καλή μου τύχη, με πήρε γνωστός μου Τρικαλινός που πήγαινε όμως μέχρι την Λαμία. Με πήγε μέχρι το Λιανοκλάδι, όπου επιβιβάστηκα στο τραίνο προς Αθήνα.

Τελικά με τραίνο ολοκληρώθηκε η πρώτη μου φυγή…

Αφήστε το σχόλιό σας

trikalanews