Επιτάφιος Γιάννη Ρίτσου – Ένα μοιρολόι αισιοδοξίας

By: Λέλα Κατεχάκη
03 Μαΐ 2019 00:00

«Άρμεγες με τα μάτια σου το φως της Οικουμένης»

Πολλές φορές σκέφτεται κανείς τι μπορεί να κρύβεται  πίσω από την Τέχνη και δεν αργεί να ανακαλύψει, ότι συχνά βρίσκονται τα πολιτικο-κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα. Έτσι έγινε και στην περίπτωση του «Επιτάφιου» του Γιάννη Ρίτσου.

Οι άθλιες συνθήκες εργασίας, η φτώχεια και οι αντεργατικές αντιλήψεις, έδωσαν στην απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1936, το έναυσμα για την πυροδότηση της ήδη έκρυθμης εργατικής δυσαρέσκειας. 

Οι καπνεργάτες ζητούσαν αύξηση των ημερομισθίων τους και εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στο πλευρό των καπνεργατών τάχθηκαν και οι εργατοϋπάλληλοι, υφαντουργοί, τσαγκαράδες, χαρτεργάτες, τυπογράφοι , αυτοκινητιστές.

Στις 8 Μαΐου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, περίπου 6.000 άτομα οργάνωσαν πορεία. Η απαγόρευση της πορείας από την χωροφυλακή, δυναμίτισε τα πνεύματα. Εναντίων των απεργών χρησιμοποιήθηκε ο στρατός και η χωροφυλακή.

Στις 9 Μαΐου, τα επεισόδια εντάθηκαν όταν η χωροφυλακή άνοιξε πυρ εναντίων των απεργών και του άοπλου πλήθους. Συνολικός απολογισμός: 20 νεκροί και 300 τραυματίες. Μεταξύ τους και ένας 25χρονος αυτοκινητιστής. Ο Τάσος Τούσης.
 

  • Η συγκλονιστική φωτογραφία και η δημοσίευσή της στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης»
     
""
 

Όταν το θανάσιμο νέο έφτασε στη μάνα του, εκείνη έτρεξε κοντά στο γιο της. Γονατιστή στο δρόμο, με ολάνοιχτα τα χέρια , θρηνεί και σπαράζει πάνω από το νεκρό παιδί της.  

Ένας δημοσιογράφος απαθανάτισε τη σκηνή που έμελλε να γίνει ορόσημο, έμβλημα και ιδανικό των μετέπειτα εργατικών αγώνων, ποίημα και τραγούδι, ιαχή και δύναμη  στο στόμα του λαού.

Η αποκαλυπτική φωτογραφία στην πρώτη σελίδα της 10ης Μαΐου 1936 της εφημερίδας «Ριζοσπάστης», συνόδευε το εκτενές  ρεπορτάζ  των γεγονότων της απεργίας των καπνεργατών.

Ο Γιάννης Ρίτσος διάβασε το ρεπορτάζ, είδε τη φωτογραφία και συγκλονίστηκε. Αυτό ήταν. Ο «Επιτάφιος» μόλις είχε «γεννηθεί» για τον ποιητή.

Για το ψηφιδωτό της Ιστορίας, μετά από την αιματοχυσία εκείνων των εργατών στην απεργία του ’36 στη Θεσσαλονίκη, ο αγώνας των υπολοίπων εργατών δικαιώθηκε με την αποδοχή των αιτημάτων τους.

""
 
  • Η σύνθεση του ποιήματος και το κάψιμό του στην πυρά
     

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε σε 3 μέρες τα 10 πρώτα, από τα συνολικά 20 ποιήματα του «Επιτάφιου» αποτελούμενα από δίστιχα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο.

Το  Δημοτικό τραγούδι, τα Μανιάτικα μοιρολόγια (ιδιαίτερη πατρίδα του ήταν η Μονεμβασιά) και το Μοιρολόι της Παναγίας στα Θεία Πάθη, βρίσκονται εμφανή μέσα στο «Επιτάφιο» του Γ.Ρίτσου.

Ο αρχικός τίτλος της ποιητικής σύνθεσης ήταν «Μοιρολόι – Αφιέρωμα στους νεκρούς της Θεσσαλονίκης» και δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν σημειώσει, ότι «σήμανε την ώρα της ωρίμανσης του ποιητή και της ιδεολογικής του ποιητικής προσέγγισης».

Να ‘ναι άραγε τυχαίο που ο ποιητής για πρώτη φορά υπέγραψε με το πραγματικό του όνομα και όχι με το αναγραμματισμένο Γ. Σοστίρ (ανάποδα διαβάζεται Γ. Ρίτσος) που υπέγραφε μέχρι τότε;

Ο «Ριζοσπάστης» στο φύλλο της 12ης Μαΐου δημοσίευσε τρία από τα είκοσι ποιήματα με τον τίτλο «Μοιρολόι».

Τον Ιούνιο του 1936 ο «Επιτάφιος» εκδόθηκε σε 10.000 βιβλία (ρεκόρ για την εποχή) και αμέσως λογοκρίθηκε. Μάλιστα πολλά αντίτυπά του, όπως και πολλά άλλα απαγορευμένα βιβλία, «ανατρεπτικά» όπως αποκαλούνταν, παραδόθηκαν στην πυρά μπροστά στις στήλες του Ολυμπίου Διός, το 1938, από τη δικτατορία του Μεταξά.
 

  • Η μελοποίηση του ποιήματος
     

Είκοσι χρόνια  μετά τον Μάη του 1936 και δεκαοχτώ μετά την παράδοση του πονήματός του στην πυρά από την δικτατορία Μεταξά, το 1956, ο Γ. Ρίτσος έστειλε  στον Μίκη Θεοδωράκη, τα ποιήματα του «Επιταφίου» με την εξής αφιέρωση: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».

Ο Μίκης Θεοδωράκης γοητευμένος από τη δύναμη των στίχων, μελοποίησε οκτώ από τα είκοσι ποιήματα. Ο ίδιος ο συνθέτης έχει σημειώσει ότι το μεγαλύτερο μέρος του «Επιτάφιου» το μελοποίησε περιμένοντας μέσα στο αυτοκίνητο τη γυναίκα του να ολοκληρώσει τα ψώνια της σε ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Είχε μαζί του το βιβλίο και μελοποιούσε τους στίχους σημειώνοντας με μολύβι στα περιθώρια του τις νότες και τις συγχορδίες.

Σε ένα απόγευμα ολοκλήρωσε τη μελοποίηση και μάλιστα όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, το ίδιο βράδυ έπαιξε για πρώτη φορά στο πιάνο τα κομμάτια, παρουσία των φίλων του, για να δει τις αντιδράσεις τους.

Τα μελοποιημένα ποιήματα τα έστειλε κατόπιν στην Αθήνα, στον Μάνο Χατζιδάκι, στον δημιουργό τους Γιάννη Ρίτσο και σε έναν φίλο του τον Βύρωνα Σάμιο.
 

  • Οι ηχογραφήσεις
     

Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις  του «Επιταφίου» πραγματοποιήθηκαν το 1960 στην Αθήνα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις ενορχήστρωσε και ηχογράφησε την πρώτη, λυρική εκδοχή του έργου, τον Αύγουστο του 1960, με την Ορχήστρα Ελαφράς Μουσικής υπό την διεύθυνση του και με μια ερμηνεύτρια τη Νανά Μούσχουρη.

Το αποτέλεσμα δεν ικανοποίησε τον Μίκη Θεοδωράκη.

Η δεύτερη ηχογράφηση έγινε το Σεπτέμβριο του 1960, από τον Μίκη Θεοδωράκη, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Καίτη Θύμη και το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη. Αυτή είναι η λαϊκή εκδοχή του έργου, η δημοφιλέστερη και μάλλον η ιστορική εκδοχή της μελοποίησης του «Επιταφίου» του Γιάννη Ρίτσου.

Ακολούθησε η τρίτη ηχογράφηση το 1963, ξανά με τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Μαίρη Λίντα, το Μανώλη Χιώτη και την Ορχήστρα Εγχόρδων.

Ο ίδιος ο Ρίτσος περιγράφοντας την  μελοποίησης των ποιημάτων του από τον Μίκη Θεοδωράκη, σε συνέντευξή του είχε μιλήσει με τα παρακάτω λόγια: «Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!»
 

  • Μοιρολόι αισιοδοξίας

Η σημειολογία του έργου μπορεί να επεκταθεί  πέρα από τη ζωή και το φυσικό θάνατο, αφού το κεντρικό του μήνυμα δεν είναι η θλίψη και η απογοήτευση, αλλά η υπερηφάνεια και η λαϊκή δύναμη. Η Ανάσταση. Η Συνέχεια.

Το ποίημα έχει διαβαθμίσεις. Αρχικά  η μάνα δεν συνειδητοποιεί το χαμό του παιδιού της και ο ποιητής τη βάζει να θυμάται τις όμορφες μέρες, τις αρετές του ανθρώπου, τους αιώνιους αγώνες, την προσφορά στους αγώνες, τα οράματα, τη φιλοσοφία της ζωής. Παρακάτω ο πόνος της ξαναγυρνά και γίνεται πιο έντονος, κραυγάζει. Ο κόσμος της μάνας συνθλίβεται και ζητά εκδίκηση. Τα αμφισβητεί όλα.

Ακολουθεί η συνειδητή παραδοχή, ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Η ίδια  δεν μένει παθητική. Αντλεί δύναμη και παλεύει για το αύριο, οραματίζεται τη δράση. Η δράση είναι η αντίσταση στη θλίψη της και η ανάσταση του γιου της. Η ίδια η προσμονή για το αύριο.

Έτσι ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου, αυτό το μοιρολόι μιας μάνας, αποπνέει στην κατάληξή του έναν αέρα αισιοδοξίας. «Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιε μου, στις φλέβες ολονών, έμπα βαθιά και ζήσε» λέει η μάνα στους τελευταίους στίχους του ποιήματος.
 

""
 
  • Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος (αποσπάσματα)
     

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

[…]Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

[…]Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

[…]Γιε μου, ποια Μοίρα στο ’γραφε και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθια μου ν’ ανάψει;

 […]Κι ως στέκουσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν' ανάβει
σαν τιμονιέρης φάνταζες κι η κάμαρα καράβι…
Και το καράβι βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι
Και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

[…]Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

 Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

[…] Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολονών, έμπα βαθειά και ζήσε.

[…]Κι ως τόθελες (ως τόλεγες τα βράδια με το λύχνο)
ασκώνω  το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.

Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω
και πίσω απὸ τα δάκρυα μου, τον ήλιο αντικρίζω.

Γιέ μου, στ’ αδέλφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου  πήρα το ντουφέκι σου – κοιμήσου, εσύ, πουλί μου.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

trikalanews