Γράφουμε 2026. Υποτίθεται πως ζούμε σε μια ευνομούμενη πολιτεία, σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια εποχή όπου τα αυτονόητα θα έπρεπε να είναι δεδομένα. Κι όμως. Η άγρια επίθεση στον εκδότη της «Μαγνησίας» Αρχιμήδη Καρεκλίδη, έξω από το σπίτι του στον Βόλο, έρχεται να θυμίσει ότι η βία παραμένει παρούσα, ωμή και ανεξέλεγκτη.
Δύο άτομα, με καλυμμένα χαρακτηριστικά, στήνουν καρτέρι και χτυπούν έναν άνθρωπο επειδή κάνει τη δουλειά του. Και εξαφανίζονται. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη περιστατικό της καθημερινότητας. Είναι ευθεία επίθεση στη δημοσιογραφία και στην ελευθερία της έκφρασης.
Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στην ίδια την επίθεση. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η εμπεδωμένη αίσθηση ατιμωρησίας. Σε μια χώρα όπου οι δράστες βιαιοπραγιών, τραμπουκισμών και εγκληματικών ενεργειών συλλαμβάνονται –όταν συλλαμβάνονται– και στη συνέχεια κυκλοφορούν ελεύθεροι, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ξεκάθαρο: η βία δεν έχει συνέπειες.
Έτσι χτίζεται η ζούγκλα. Όχι μόνο με γροθιές, αλλά με την απουσία ουσιαστικής τιμωρίας. Με ένα σύστημα που αφήνει χώρο στον κάθε τραμπούκο, στον κάθε νταή, στον κάθε επίδοξο εκφοβιστή να πιστεύει ότι μπορεί να επιβληθεί χωρίς κόστος.
Η επίθεση στον Αρχιμήδη Καρεκλίδη δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχει μάθει να ανέχεται τη βία και ενός κράτους που αδυνατεί –ή αρνείται– να την αντιμετωπίσει αποφασιστικά. Όταν η γροθιά γίνεται εργαλείο επιβολής και η ατιμωρησία καθεστώς, τότε το πρόβλημα δεν αφορά έναν άνθρωπο ή έναν κλάδο. Αφορά τη δημοκρατία συνολικά.
Η δημοσιογραφία δεν φιμώνεται με κουκούλες και καρτέρια. Όσο κι αν κάποιοι το πιστεύουν, όσο κι αν κάποιοι το επιχειρούν. Αυτό που φιμώνει την κοινωνία είναι η ανοχή στη βία και η κανονικοποίηση της ατιμωρησίας.
Περαστικά στον Αρχιμήδη Καρεκλίδη.
Και ας αναλάβουν επιτέλους όλοι οι θεσμοί τις ευθύνες τους, πριν η ζούγκλα γίνει καθεστώς.


