ΜΕ ΛΕΝΕ ΡΑΝΙΑ…

ΓΡΑΦΕΙ Ο  ΧΡΗΣΤΟΣ  ΓΚΙΜΤΣΑΣ

Σάββατο μεσημέρι και ένας χειμωνιάτικος ήλιος είχε τυλίξει  την πόλη. Παλιότερα, προ Κορωναιού , δηλαδή, τέτοια ώρα βρίσκονταν με την παρέα σε τσιπουράδικο. Τώρα, πάνε αυτά τα μεγαλεία!

Κοίταξε έξω  από το  παράθυρο και το αποφάσισε. Θα έβγαινε έξω για ένα μοναχικό περίπατο, όπως το συνήθιζε  τον τελευταίο καιρό, θα αγόραζε εφημερίδα, φαγητό σε πακέτο  και θα ξαναγύριζε.

Τακτοποίησε το μήνυμα στο κινητό με την ένδειξη 6, γιατί καμιά  φορά μπορεί να μπλέξεις, φόρεσε μία από τις μάσκες που είχε κρεμασμένες στο χερούλι της εξώπορτας, και  βγήκε.

Την διαδρομή την είχε προϋπολογισμένη. Από την κεντρική γέφυρα θα ανέβαινε την Ασκληπιού μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό, και από εκεί  μέχρι τον Ματσόπουλο. Υστερα, πάλι πίσω. Κάπου τέσσερα χιλιόμετρα διαδρομή μέσα στην λιακάδα. Καλά ήταν.

Στην επιστροφή, στην περιοχή του σταθμού, περνώντας έξω από ένα καφέ, ζήτησε η ψυχή του ένα διπλό εσπρέσο. Θα τον έπινε στο πεζοδρόμιο καθισμένος στο πεζούλι μιας μονοκατοικίας, δίπλα στη καφετέρια.

Ένα διπλό εσπρέσο λοιπόν. Παράγγειλε,  και περίμενε. Την είδε όταν πλησίασε και ζήτησε ένα καπουτσίνο.

Ιδια κορμοστασιά, ίδιο πρόσωπο, όσο άφηνε τουλάχιστον η μάσκα να φαίνεται, ίδια ξανθά μαλλιά… Δεν μπορούσε να έκανε λάθος

« Όλγα, τι κάνεις; Καλημέρα…»

Γύρισε και τον κοίταξε απορημένη, ρίχνοντας και μια ματιά ολόγυρα.

«Σε μένα μιλάτε; Μάλλον με μπερδέψατε. Ράνια με λένε» και μισοκατέβασε την μάσκα της.

«Με συγχωρείτε» . «Τέτοια ομοιότητα… είναι και οι μάσκες… χίλια συγνώμη».

«Δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά», απάντησε.

Πήρε τον εσπρέσο και βγήκε στο πεζοδρόμιο. Μετά από λίγο τον ακολούθησε και εκείνη και  ακούμπησε  στο πεζούλι  λίγο πιο μακριά απ’ αυτόν. Αναψε τσιγάρο και τον κοίταξε διερευνητικά.

«Είχε τόσο πάθος η φωνή σας όταν με αποκαλέσατε Όλγα, που εντυπωσιάστηκα . Πρέπει να είναι κάποιο σπουδαίο πρόσωπο για σας…»

Ξαφνιάστηκε για δεύτερη φορά. Αυτή η γυναίκα πρέπει να ήταν πολύ ξεθαρρεμένη, σκέφτηκε.

«Ναι . Ένας μεγάλος έρωτας χωρίς αίσιο τέλος», απάντησε το ίδιο ξεθαρρεμένος.

«Δηλαδή;»

«Παντρεύτηκε. Εννοείται, άλλον. Εδώ κοντά μένετε;» είπε , έτσι για να αλλάξουν κουβέντα.

«Ναι είναι η διαδρομή για το σπίτι μου. Έχω ένα μικρό βιβλιοπωλείο, ‘’το στάχυ’’ αν το ξέρετε και όταν κλείνω το μεσημέρι, περνάω από εδώ για ένα καφέ και κάνα-δυό τσιγάρα.

Εσείς;»

«Γιώργος, υπάλληλος τράπεζας. Εργένης και ξέμπαρκος», συμπλήρωσε διστακτικά και με ένα μικρό γελάκι , έτσι για να ελαφρύνει η κουβέντα .

Είχαν μισοτελειώσει τους καφέδες και εκείνη άναβε το δεύτερο τσιγάρο.

«Αύριο θα είσαι πάλι εδώ Γιώργο;»

«Αν είναι καλός ο καιρός , γιατί  όχι. Μπορεί να βρέξει, λένε…»

«Εγώ θα περάσω οπωσδήποτε. Μ’ αρέσει  να έρχομαι εδώ. Πίνω  καφέ, καπνίζω ένα δυό,τσιγάρα, σκέφτομαι λίγο, περνάει και η ώρα…. Και αν έχω και παρέα όπως τώρα,  ακόμα καλύτερα. Έτσι και αλλιώς στο σπίτι δεν με περιμένει και κανένας…» συμπλήρωσε, με φωνή που κάπου στο βάθος διέκρινες  μία θλίψη.

«Εδώ θα είμαι. Την ίδια ώρα» απάντησε με ένα μικρό ενθουσιασμό. Αν όμως χαλάσει ο καιρός;»

Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε μία κάρτα.

« Του μαγαζιού είναι , με την διεύθυνση και τα τηλέφωνα…»

«Εμένα θα με βρεις στην …» και είπε το όνομα της τράπεζας του. «Τρίτο ταμείο αριστερά» . Έβγαλε ένα στυλό και της έγραψε το τηλέφωνο στην χαρτοπετσέτα που κρατούσε. «Εσωτερικό , 121» συμπλήρωσε.

Έσβησε το τσιγάρο της, τελείωσε τον καφέ και ξανασήκωσε την μάσκα της.

«Αύριο , λοιπόν…»

Την παρακολουθούσε καθώς έφευγε και σκέφτηκε πως ήταν όμορφη γυναίκα. Ίσως ομορφότερη  από την Όλγα.

«Κοίτα να δεις»,  σκέφτηκε καθώς επέστρεφε και μια αδημονία γέμισε την  ψυχή του.  «Ακόμα και με τον covid 19, όπως τον λένε, η ζωή δεν παύει να έχει ευκαιρίες!»

[email protected]

Y.Γ. Από την σελίδα «Μικρές Ιστορίες» του Ενεργού Πολίτη



©2020 Trikalanews from TNEWSGROUP

To trikalanews.gr χρησιμοποιεί cookies. Με την επίσκεψή σας συμφωνείτε με τους Όρους. Διαβάστε ΠερισσότεραΑποδοχή