Υπάρχουν στιγμές που ο χρόνος παγώνει. Που τα λόγια μοιάζουν φτωχά και η σιωπή είναι η μόνη αρμόζουσα στάση. Τα Τρίκαλα ζουν μια τέτοια στιγμή. Πέντε γυναίκες δεν γύρισαν στα σπίτια τους και η πόλη πενθεί αληθινά.
Σε αυτές τις ώρες της απόλυτης συντριβής, αναδείχθηκε το πραγματικό πρόσωπο της τοπικής μας κοινωνίας. Είδαμε επιχειρήσεις –ακόμα και ανταγωνιστικές– να στέλνουν επιστολές βαθιάς οδύνης. Είδαμε συνεργάτες και απλούς πολίτες να στέκονται βουβοί από σεβασμό, κατανοώντας πως μπροστά στον θάνατο και την καταστροφή, είμαστε όλοι ίσοι και όλοι ευάλωτοι.
Αυτή είναι η «μαγιά» της κοινωνίας μας: η ενσυναίσθηση, το μέτρο, η ανθρωπιά.
Δυστυχώς, μέσα σε αυτή την κατανυκτική σιωπή, ακούστηκαν και παραφωνίες. Κάποιοι βιάστηκαν. Βιάστηκαν να μιλήσουν, βιάστηκαν να αναλύσουν, βιάστηκαν να καταλογίσουν ευθύνες, πριν ακόμα σβήσουν οι φλόγες, πριν ακόμα μιλήσουν οι ειδικοί, πριν ακόμα στεγνώσει το δάκρυ.
Ίσως κάποιοι θεωρούν πως ο δημόσιος λόγος πρέπει να προηγείται ακόμη και της ίδιας της ανθρώπινης απώλειας. Όμως η βιασύνη σε τέτοιες στιγμές δεν δείχνει ενδιαφέρον. Δείχνει έλλειψη επαφής με το μέγεθος της τραγωδίας.
Η «Βιολάντα» ήταν και είναι ένα κομμάτι της παραγωγικής καρδιάς του τόπου. Η καταστροφή της και –κυρίως– η απώλεια των ανθρώπων της, είναι πλήγμα για όλους. Δεν υπάρχουν «στρατόπεδα» πάνω από τα συντρίμμια.
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τη στάση που μας δίδαξε η πλειοψηφία: σκύβουμε το κεφάλι με σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων και περιμένουμε την αλήθεια από τους θεσμούς και τη Δικαιοσύνη. Όσοι επιλέγουν τις φωνές και τα συνθήματα αυτή την ώρα, ας καταλάβουν πως ο θόρυβος δεν είναι απόδειξη ευαισθησίας. Είναι απλώς θόρυβος.
Και η μνήμη των νεκρών απαιτεί ησυχία.
