Κραυγές στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα!

Αφιέρωμα: «Η Ώρα της Γης»

Λίγο πριν το πέρας τούτης της ημέρας (30 του Μάρτη) 
και το συρτό βογγητό της, 
με κλειστούς διακόπτες, παγωμένα πλήκτρα και νεκρά κινητά,
στο λυκόφως που θα αναδύει το λυχνάρι της κάμαρας,
ταξιδέψτε νοερά στο υπερπέραν και από κει, 
δείτε, αφουγκραστείτε και στοχαστείτε την ανάπνα της γης, 
τις πληγές του Πλανήτη, τα σημάδια του κόσμου 
κι αυτά της ζωής… 
Αν τα φτιάχναμε εμείς, 
δε θα λέγαμε κι ούτε θα έδειχνε πως τούτο το σήμερα 
δεν μοιάζει σαν χτες ή προχτές! 
Δεν μοιάζει σαν αύριο ή σαν ένα μεθαύριο! 
Που όταν θα ρίχνει βροχή, 
Όταν θα βγαίνει ο ήλιος, 
Όταν θα τρέχει τ’ αγέρι 
και θα βγαίνει η σελήνη συντροφιά με τ’ αστέρια.  
Και όταν ακόμα ακούμε και του λύκου φωνή,
Που δεν θα ’ναι δικιά του κι ούτε θα μοιάζει δικιά του. 
Μα θα σκούζει παράξενα, 
όταν θα διαιωνίζεται στους αιθέρες 
η Μοίρα της Φύσης κι αυτή της Ζωής! 

Κραυγές στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα!
(Μα εσύ, αγωνίσου…)
Αφιέρωμα: «Η Ώρα της Γης»

Ε εσείς, άνθρωποι, ηλιόλουστοι και φωτισμένοι από πνεύμα 
Ε, εσείς από δω κι εσείς, οι πολιτισμικοί, από κει πέρα   
Σ’ εσάς απευθύνομαι, στους τεχνοκράτες, 
του κόσμου μας εκσυγχρονιστές  
Εσείς, που γίνατε ιππότες και κρατάτε τα κάστρα κλειστά  
Εσείς, που δαμάσατε το Σύμπαν και ρίξατε θειάφι 
στον Πλανήτη 
Μη μας θωράτε κόσμο άρριζο, κωφάλαλο και αγνώμονα
Ακούστε, ακούστε και πείτε μου μετά πως είμαι παλαβός

Δεν έχω πια λόγια να σας πω για να σας δείξω 
του Κόσμου τις πληγές  
Γεμίσαμε παντού πληγές, μεγάλες και μικρές. 
Εμείς οι άνθρωποι και η Γη μας  
Εσείς από δω  τις ανοίξατε, κι εσείς από κει 
και οι άλλοι από πέρα, χρόνια τώρα τις συντηρείτε
Φτάσατε πια και γίνατε μια μήτρα που γεννάει, κακό,
μίσος, σκοτάδι 
Ακόμα και το θάνατο κι αυτόν τον προκαλείτε 
και στους λαούς απλόχερα σκορπάτε    

Χρόνια τώρα σας κράζω, φωνάζω μάταια
και υπομένω ως τούτες τις στιγμές να δω το θαύμα σας 
(Σας θυμίζω πως βρισκόμαστε στο ξεκίνημα τού 21ου αιώνα)
Θα ήθελα, τώρα, να σας δω γιατρούς, να τρέχετε, 
να θεραπεύετε  
Να σας δω σοφούς, με σηκωμένες τις σημαίες 
της συμφιλίωσης και της ειρήνης 
Να σας δω ιεραπόστολους να κηρύσσετε 
το ευαγγέλιο της ζωής  
Να σας δω απόγονους του Περικλή
Να σας δω σκυταλοδρόμους να τρέχετε παντού 
με τους πυρσούς του πνεύματος αναμμένους  
Να σας δω ρυθμιστές, δραγάτες, κηπουρούς, 
να φροντίζετε τη σπορά, το θέρο, τη μοιρασιά
Και να δω να κυλούν σα νερό οι καρποί πανταχού

Μα σας βλέπω αδιάφορους, ψυχρούς και παγωμένους 
Και σας θωρώ, ναι μεν ζωντανούς, μα πιότερο πεθαμένους 
Με πουλημένη την ψυχή στο σατανά
Και με τα σχέδιά του βαθιά στα λογικά σας 
Κι έτσι μπορείτε ν’ ανοίγετε αράδα   
Πα στους ανθρώπους και Πλανήτη μας πληγές 
Συμπυκνωμένες, τις κάνετε, αχρείοι
Και μεταβάλλονται σε χρήμα και φωτιά     
Χρήμα για σας, χλιδή, αίσχος, δόλος και αμαρτία 
και βογκητά δυσβάσταχτα δικά μας 
Μα και φωτιά μας και τ’ άναμμα θα φτάσει  
Δε μάθατε, ω άθλιοι, πως η φωτιά δε στέκεται στη φούχτα 
και όλους θα σας κάψει

Και στάζουνε τα χέρια σας από αίμα 
Και να φωνάζει, άμοιροι, η ίδια η καρδιά σας:
«Σταματήστε!» ουρλιάζει αδιάκοπα, «σταθείτε, θυμηθείτε
Ποιοι είστε, πούθε έρχεστε, τι θέλετε, πού πάτε;»  
Αφήστε την ταχύτητα γιατί…
Κι εσάς θα αφανίσει κι εμάς θα μας γκρεμίσει 

Μα αντί να κοκκινίζετε, στα προσωπεία σας, 
με πινελιές χαράζονται οι σκούρες ζωγραφιές 
των εραστών του ψέματος, του μίσους, της κακίας, 
του αμοραλισμού και της αναλγησίας  

Πληγές πολλές ανοίξατε και ανοίγετε, 
άπληστοι, υπερόπτες 
Με οπλισμό στα χέρια σας την ύλη και την τέχνη  
Κι όλο τρέχετε καθοδόν μπροστά κι ολοταχώς, 
με κομμένα πόδια κι ανάσα 
απ’ την αγωνία της σκυταλοδρομίας να μεταφέρετε, τι;  
Στην όψη και στα μάτια σας, ζει η ισχύς και η έρευνα
Κι απλώνετε τα χέρια ψηλά να πιάσετε ήλιους, αστέρια
Κι ένας μανδύας τις πλάτες σας καλύπτει
Τις σκόνες, που πίσω σας ορθώθηκαν πυκνές

Μα δεν τις βλέπει κανείς; Δεν έχει μάτια κανείς σας; 
Αλήθεια, δε φτάνει το μυαλό σας ως εκεί;
Μήπως έχει κι αυτό πιάσει αλάτι ή σκουριά ή το σκεπάζει 
η πλάνη;
Απ’ τις προθέσεις σας που είναι εκτός τόπου και χρόνου; 
Και η ταχύτητα, σαν σίφουνας, να τρέχει μπροστά σας, 
να τρέχει μ’ εσάς, να μένει πίσω σας 
Και να τρίζουν δίπλα σας στέγες σπιτιών, δέντρα, βουνά,
θάλασσες, πολιτείες και δόντια ανθρώπων    

Χρησιμοποιήσατε την τέχνη και την ταχύτητα 
για τα μέτρα σας
Και τη δείξατε με όλα τα μέσα… πολιτιστικά 
Δημιουργώντας έναν κόσμο, ξένο απ’ τον κόσμο μας 
στήνοντας κάστρα 
Απροσπέλαστα για την ανθρώπινη νοημοσύνη, σκεφτείτε! 
Κι αυτό το πετύχατε, κακούργοι!
Κάστρα απόρθητα που κρατούν τον ήλιο στα σκότη 
Δημιουργώντας, μέσα στον κόσμο σας, τη ματαιότητα  
Μέσα σ’ αυτή χαθήκατε και φτιάξατε ένα κράμα 
Με άρρωστους, παθιασμένους, αιμοσταγείς και πολέμιους 
της ειρήνης 
Με κρετινισμένα μυαλά, σαν τέρατα 
Με αρτηριοσκληρώσεις, που φτάνουν στο μεδούλι 
Που δε βλέπουν κανέναν ορίζοντα, παρά μόνο ένα: 

Της καταστροφής του Κόσμου μας και του Πλανήτη
 
Κοιτάξτε, κοιτάξτε τριγύρα σας, σατράπηδες 
κι αφουγκραστείτε 
Και εισπράξτε το μπιλάντζ που σας αξίζει 
Αφού προηγουμένως πρέπει να φροντίσετε 
Στον κόσμο σας μια θέση άλατος, τώρα, να βρείτε
Και να καλύψει την ασχήμια της στεγνής ψυχής σας 
Αφού, ω εσείς μεγάλοι, που μας θωράτε κόσμο άρριζο, 
κωφάλαλο και αγνώμονα  
Γίνατε ύλη, γίνατε αλάτι, γίνατε σκιά
Σκιά, που πέφτει πάνω σας και σας πλακώνει 
Και προσπαθείτε, άμοιροι, κι αυτή να προσκυνήσει

Οι πόλεμοι, μια εδώ και μια εκεί, τέλειωσαν πια 
Και πλαισίωσαν τις σκιές σας σαν θεόρατο χταπόδι 
που όλο σφίγγει 
Κι ήτανε πόλεμοι, ω εσείς, που θέλετε να δείχνεται σοφοί μα γίνατε, δύστυχοι κι εραστές της παραφροσύνης 
Πόλεμοι «σιγανοί» και προπαρασκευαστικοί   
Μέχρι που τώρα φέρνετε έναν ακόμα, 
που ως γομολάστιχα, πάνω στο μαύρο πίνακα, 
όλα με μιας θα σβήσει
Χτυπώντας τη σφραγίδα τής δική σας καταδίκης
  
Ε, εσείς άνθρωποι της έρευνας, της τέχνης και της ύλης 
Συνέλθετε και θυμηθείτε. Πως: 
Ανάμεσα στα παραπάνω, στα μεσαία και στα παρακάτω
Ούτε αλάτι δε θα μείνει 
Τάχα δε σας το είπα κι αυτό!
Όταν εσείς σηκώνατε τις σημαίες της δικής σας «ειρήνης» 
και ανάβατε στον κόσμο μας φωτιές 
Όταν εσείς γεμίζατε τις αγορές με το δρεπάνι του λευκού
Θανάτου, που θέριζε νέες και νιους 
Όταν μοντέρνα δημιουργούσατε τα Σόδομα και Γόμορρα 
Ω ναι! θυμάστε, σας είχα μιλήσει για πληγές! 

Και εκτός της φωτιάς και του ατσαλιού, σας ρώταγα:
Πώς, πώς μπορεί να ζει κι αυτή η πληγή;  
Που ανοίγει φτερά, που πετάει ψηλά και γοργά 
και που φτάνει… 
Δε φτάνει, μα μπαίνει και φέρνει μέσα στα σπίτια μας, 
ναρκωτικά  
Όλοι οι νέοι απ’ τα δέκα και πάνω 
Και δεν ξέρουν αν κάποτε προλάβουν να σταματήσουν  
Κι όλοι αφήνουν μια ζωγραφιά πάνω στα πρόσωπα 
Κι όλοι αφήνουν μια άδεια σύριγγα στους κήπους, 
στα πεζοδρόμια, μέσα στα κέντρα και στα σχολειά
Κι όλοι κοντεύουν να γίνουν εμπόροι
Και όλοι… ποιοι όλοι; Ποιοι είναι αυτοί;

Αυτοί, που ρυθμίζουν τον κόσμο; 
Αυτοί, που προσφέρουν χαράτσι στους εμπόρους; 
Αυτοί, που προσφέρουν στο χάρο χαρά; 
Αυτοί, που γεμίζουν τις τσέπες λεφτά;

Και πληθαίνουν οι νεκροί, λιγοστεύουν οι νεκροθάφτες
Και τα πουλιά δεν καταδέχονται να ορμήσουν 
στις μολυσμένες σάρκες

Τάχα, μόνο αυτά σας είχα πει; 
Τότε θα ήμουν, αλήθεια, παλαβός 
Απ’ τη μια, δε λέω, καλές είναι οι επιστημονικές έρευνες
Απ’ αυτές λίγοι απόλαυσαν τ’ ανυπολόγιστα κονδύλια 
Και απ’ την άλλη, μοντέρνα και «πολιτισμένα» πεθαίνουν από πείνα στον κόσμο τα παιδιά
Κι εσείς, ε άνθρωποι, φωτισμένοι από πνεύμα 
Κληρονόμοι της κατάρας, ευεργέτες της ντροπής  
Παραγωγοί του μίσους, της ψευτιάς, 
του πολέμου και της υπεροχής  
Τ’ αστέρια ψάχνετε κι έγινε σκοπός των Εθνών
Κι αναζητάτε ρεζέρβες σωτηρίας• να έτσι, 
για «ώρα ανάγκης»
Να προλάβετε να φύγετε, 
περνώντας ταχύτητα και ματαιότητα 
Αυτή, που εσείς δημιουργήσατε

Αχ! Ποιοι να φέρνουν αυτή την κατάρα; 
Αχ! Πού θα φτάσει, θα μείνει ζωή;  
Αχ! Μάνα, πώς μπορείς να γεννάς ερπετά; 
Αχ! και βαχ! Δε θα πάμε μακριά!

Έφευγε και φεύγει ακόμα η ευχή
Απέραντα απλώνεται, σ’ ολόκληρο το Σύμπαν 
Βάζει φωνές, Αγγέλους καλεί και λίγο κόσμο, 
που απόμεινε ακόμα

«Έχετε μάτια ανοιχτά», φώναζε και φωνάζει
«Θέλετε αιώνια γαλήνη;» ρώταγε και ρωτούσε 
Διώξτε τους γήινους μακριά», διέταζε και διατάζει! 

Μην χαλάτε τον κόσμο μας και τον πλανήτη 
Ξυπνάτε, ορέ, μιάσματα, ξυπνάτε! 
Ξυπνάτε κι εσείς, οι απλοί και υγιείς 
του Κόσμου μας Πολίτες 
Και κράξτε, τώρα, όσο πιο δυνατά μπορείτε 
Σ’ αυτούς, που μας θωρούν για κόσμο άρριζο, 
κωφάλαλο και αγνώμονα:
Ε εσείς, μη χαλάτε τον Κόσμο μας και τον Πλανήτη  

Και μην κρατάτε τα κάστρα σας κλειστά
Οι πολιορκητές, έτσι ή αλλιώς, 
θα σας πολιορκούν κάθε μέρα  
Ανοίξτε τις πόρτες σας να περάσει το φως
Για να δείτε ότι έτσι όπως πάμε, χανόμαστε 
Στις πλατιές στεριές, που λέγεται κόσμος, χανόμαστε
Ένας κόσμος που είναι μπροστά μας, δίπλα μας, 
πάνω – κάτω, δώθε – πέρα και μες στην ψυχή μας 
Ένας κόσμος που δεν αφήνετε να πέσει η σκιά του 
πάνω μας και πίσω μας
Για να μπορεί να φέξει των πλατιών στεριών
τις ράχες κι ανάπνες 
Αυτές τις στεριές, που λεν πως είναι φωτισμένες  
Είναι; Ή μένουν στο σκοτάδι; 
Αυτό που ένα μέρος του κόσμου 
σαν κόκκος στην άμμο παράγει;

Μα εσύ, αγωνίσου με όλους μαζί
Κι ο άλλος κι οι άλλοι κι οι δώθε κι οι πέρα 
Θα δεις, όλοι θα δούμε, πως κάποια στιγμή
Το λιτό φως μας θ’ αστράψει και θα λάμψει
πέρα ως πέρα… 

Βάιος Φασούλας, Γερμανία Δεκέμβρης 2000
Ε.Ε. Ελλάδα, Τρίκαλα, Μάρτιος 30 2009
[email protected]   www.fasoulas.de



Αφήστε το σχόλιό σας

trikalanews

©2020 Trikalanews from TNEWSGROUP

To trikalanews.gr χρησιμοποιεί cookies. Με την επίσκεψή σας συμφωνείτε με τους Όρους. Διαβάστε ΠερισσότεραΑποδοχή